Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέατρο θέατρα
γενική θεάτρου θεάτρων
αιτιατική θέατρο θέατρα
κλητική θέατρο θέατρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέατρο < αρχαία ελληνική θέατρον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθɛ.a.tɾɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέατρο ουδέτερο

  1. η δραματική τέχνη στο σύνολό της, η συγγραφή δραματικών έργων που προορίζονται να παρασταθούν ενώπιον κοινού καθώς και το σύνολο των καλλιτεχνικών πράξεων που απαιτούνται για να ανέβει μια θεατρική παράσταση
  2. ο χώρος όπου δίνονται θεατρικές παραστάσεις
    το θέατρο σείστηκε από τα χειροκροτήματα
  3. το κοινό που παρακολουθεί μια θεατρική παράσταση
    όλο το θέατρο χειροκρότησε δυνατά
  4. η υποκριτική συμπεριφορά
    μην τον πιστεύεις, πάλι παίζει θέατρο
  5. ο τόπος όπου διαδραματίζεται ένα γεγονός, συνήθως βίαιο
    η Γιουγκοσλαβία έγινε θέατρο πολλών πολεμικών συγκρούσεων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία