Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-τήριον < -τήριος < -τήρ & -τής (σωτήρ>σωτήριος & δικαστής>δικαστήριον)

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τήριον

  1. επίθημα που δηλώνει χώρο εργασίας ή εργαλείο
    ἐργαστήριον, σκαλιστήριον