Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ δικαστήριον τὰ δικαστήρι
      γενική τοῦ δικαστηρίου τῶν δικαστηρίων
      δοτική τῷ δικαστηρί τοῖς δικαστηρίοις
    αιτιατική τὸ δικαστήριον τὰ δικαστήρι
     κλητική ! δικαστήριον δικαστήρι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δικαστηρίω
γεν-δοτ τοῖν  δικαστηρίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δικαστήριον < δικάζω, δικασ- + -τήριον
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: δικαστήριο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δικαστήριον, -'ου ουδέτερο

  1. (νομικός όρος) το δικαστήριο (ο τόπος)
  2. (νομικός όρος) το δικαστικό σώμα

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις δικάζω και δίκη

  ΠηγέςΕπεξεργασία