Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηγούμαι < αρχαία ελληνική ἡγοῦμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ηγούμαι (μετοχή ενεστώτα: ηγούμενος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία