Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύσις θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φύσις φύσει φύσεις
Γενική φύσεως φυσέοιν φύσεων
Δοτική φύσει φυσέοιν φύσεσι(ν)
Αιτιατική φύσιν φύσει φύσεις
Κλητική φύσι φύσει φύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φύσις < φύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φύσις [] θηλυκό

  1. φυσική κατάσταση, φυσική μορφή
  2. ανάστημα, μορφή
     συνώνυμα: φυή
  3. φυσική κλίση ή χαρακτήρας
  4. προέλευση, καταγωγή
  5. γέννηση
  6. (περιληπτικό) όλα τα πλάσματα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία