Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ετυμολογία επεξεργασία

φύσει < αρχαία ελληνική φύσει, δοτική της λέξης φύσις

  Επίρρημα επεξεργασία

φύσει

  1. (λόγιο) από τη φύση, φυσιολογικά, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης
    Είναι φύσει αδύνατον να μείνεις μία εβδομάδα χωρίς νερό
  2. (λόγιο) από τη φύση του, από φυσικού του
    Είναι φύσει θετικός και πράος άνθρωπος, δεν προσπαθεί να είναι καλός, η καλοσύνη είναι το φυσικό του
  3. (γραμματική) φύσει μακρά και φύσει βραχέα ονομάζονται τα φωνήνεντα και οι συλλαβές που αυτά σχηματίζουν όταν πρόκειται για τα ε,ο (βραχέα) ή τα ω,η (μακρά) επειδή θεωρούνται πάντα βραχέα ή μακρά ανεξαρτήτως της θέσης του. (Ο όρος χρησιμοποιήθηκε σε αντιδιαστολή προς όσα φωνήεντα αλλάζουν χρόνο ανάλογα με τη θέση τους και έτσι άλλοτε θεωρούνται μακρά, άλλοτε βραχέα, οπότε και ονομάζονται θέσει μακρά ή θέσει βραχέα)

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία