Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυτόν < αρχαία ελληνική φυτόν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυτόν ουδέτερο

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυτόν < φύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φυτόν

  1. αυτό που φύεται από τη γη σε αντιδιαστολή προς τα ζώα, το φυτό
    φυτῶν ὄρχατοι (δενδρόκηποι)
    τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς (τον ανάθρεψα σαν δέντρο σε ψηλά αλώνια)
    φυτά ἀμπέλων
  2. γενικά τα πλάσματα της δημιουργίας, οι απόγονοι, τα βλαστάρια, το γέννημα
    εἴ τις ἐμὲ καὶ σὲ καὶ τἆλλα φυτὰ (Πλάτωνας -Σοφιστής)
    γυναῖκες,.... ἀθλιώτατον φυτόν (οι γυναίκες ...είμαστε τα πιο δυστυχισμένα πλάσματα -Μήδεια)
    εἶτ᾽ οὐ περίεργόν ἐστιν ἄνθρωπος φυτόν
    Χαρίτων φυτόν
    ...φυτόν οὐράνιον (ο άνθρωπος είναι φυτό που έχει τις ρίζες του στον ουρανό, είναι γέννημα του ουρανού)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φυτόν

  1. το ουδέτερο του επιθέτου φυτός, φυτή, φυτόν
  2. το ξύλινο γλυπτό
  3. αυτό που είναι δημιουργημα φυσικό, γέννημα της φύσης, όχι τεχνητό
  4. το γόνιμο