Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόγονος απόγονοι
γενική απογόνου απογόνων
αιτιατική απόγονο απογόνους
κλητική απόγονε απόγονοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόγονος < αρχαία ελληνική ἀπόγονος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόγονος αρσενικό

  1. το παιδί ή το εγγόνι ή το δισέγγονο (κ.ο.κ.) κάποιου, αυτός που κατάγεται από κάποιους προγόνους
    Πλείστοι από τους Είλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Μεσσήνιοι. (Θουκυδίδης, Ιστορία, Α 101, μτφρ. Ελευθέριος Βενιζέλος)
    Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους (ευχή που δίνεται σε νεόνυμφους)

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία