Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γέννημα γεννήματα
γενική γεννήματος γεννημάτων
αιτιατική γέννημα γεννήματα
κλητική γέννημα γεννήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γέννημα < αρχαία ελληνική γέννημα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γέννημα ουδέτερο

  • το αποτέλεσμα του γεννώ
    1. παιδί ή δημιούργημα
      γεννήματα εχιδνών, γεννήματα της αγάπης, γεννήματα της φαντασίας
    2. αυτό που παράγει η γη, κυρίως τα δημητριακά
      η σοδειά ήταν πλούσια και τα γεννήματα στοιβάζονταν στις αποθήκες

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  1. γέννημα-θρέμμα: αυτός που έχει γεννηθεί και έχει μεγαλώσει σε ένα συγκεκριμένο τόπο ή έχει διαμορφωθεί ως προσωπικότητα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον
    είμαι γέννημα-θρέμμα Αθηναίος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία