Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλώνι τα αλώνια
      γενική του αλωνιού των αλωνιών
    αιτιατική το αλώνι τα αλώνια
     κλητική αλώνι αλώνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Αλώνι στη Σαντορίνη όπου αλωνίζεται η φάβα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλώνι < μεσαιωνική ελληνική αλώνι(ν) < ελληνιστική κοινή ἁλώνιον, υποκοριστικό του ἅλως

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλώνι ουδέτερο

  1. στρογγυλός επίπεδος χώρος για το αλώνισμα δημητριακών
  2. (κατ’ επέκταση) χώρος αποξήρανσης (π.χ. σταφίδας)
  3. (κατ’ επέκταση) οποιοδήποτε αντικείμενο ή επιφάνεια κυκλικού σχήματος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα μαρμαρένια αλώνια
  • χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία