Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φοράδα φοράδες
γενική φοράδας φοράδων
αιτιατική φοράδα φοράδες
κλητική φοράδα φοράδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φοράδα < φοραδ- (< μεταγενέστερη ελληνική φοράς) + -α

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fɔ.ˈɾa.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φοράδα θηλυκό

  1. (ζωολογία) θηλυκό άλογο
      συνώνυμα: αλόγα, αλογίνα
  2. (μεταφορικά) μεγαλόσωμη και άγαρμπη γυναίκα


  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • χέστηκε η φοράδα στο αλώνι : για κάτι ασήμαντο, που δεν είναι άξιο λόγου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία