Δείτε επίσης: φύλλον, φύλο, φύλλο

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ φῦλον τὰ φῦλ
      γενική τοῦ φύλου τῶν φύλων
      δοτική τῷ φύλ τοῖς φύλοις
    αιτιατική τὸ φῦλον τὰ φῦλ
     κλητική ! φῦλον φῦλ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φύλω
γεν-δοτ τοῖν  φύλοιν
2η κλίση, ομάδα 'τέκνον', Κατηγορία όπως «στοιχεῖον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φῦλον < φύω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φῦλον ουδέτερο

  1. φυλή
  2. γενιά
  3. έθνος
  4. λαός

  ΠηγέςΕπεξεργασία