Δείτε επίσης: φύλλον, φύλο, φύλλο

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φῦλον φύλω φῦλα
Γενική φύλου φύλοιν φύλων
Δοτική φύλ φύλοιν φύλοις
Αιτιατική φῦλον φύλω φῦλα
Κλητική φῦλον φύλω φῦλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φῦλον < φύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φῦλον ουδέτερο

  1. φυλή
  2. γενιά
  3. έθνος
  4. λαός