Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φυσικού οι φυσικούδες
      γενική της φυσικούς των φυσικούδων
    αιτιατική τη φυσικού τις φυσικούδες
     κλητική φυσικού φυσικούδες
Κατηγορία όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

φυσικού < φυσικ(ός) + κατάληξη θηλυκού -ού

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.siˈku/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φυ‐σι‐κού

  Ουσιαστικό επεξεργασία

φυσικού θηλυκό

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτου επεξεργασία

φυσικού

  1. γενική ενικού, αρσενικού γένους του φυσικός
  2. γενική ενικού, ουδέτερου γένους (φυσικό) του φυσικός
    εκφράσεις: από φυσικού μου