Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -ού οι -ούδες
      γενική της -ούς των -ούδων
    αιτιατική τη(ν) -ού τις -ούδες
     κλητική -ού -ούδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ού < μεσαιωνική ελληνική -ού < αρχαία ελληνική [1]. Δείτε και -λού

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈu/

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ού θηλυκό

  1. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν τη σύζυγο κάποιου επαγγελματία ή τη γυναίκα που ασκεί το συγκεκριμένο επάγγελμα
    μυλωνού
  2. επίθημα θηλυκών ουσιαστικών ή επιθέτων από αντίστοιχα αρσενικά (ή χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα αρσενικά)
    υπναρού, καμπαρετζού
  3. κατάληξη διαφόρων θηλυκών ουσιαστικών
    αλεπού

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία