Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επάγγελμα τα επαγγέλματα
      γενική του επαγγέλματος των επαγγελμάτων
    αιτιατική το επάγγελμα τα επαγγέλματα
     κλητική επάγγελμα επαγγέλματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επάγγελμα < αρχαία ελληνική ἐπάγγελμα < ἐπαγγέλλομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛ.ˈpaŋ.ɟɛl.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επάγγελμα ουδέτερο

  1. η μόνιμη εργασία για βιοπορισμό
    Το επάγγελμά του είναι λογιστής

ΣημειώσειςΕπεξεργασία


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία