Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική επαγγελματικός επαγγελματική επαγγελματικό
γενική επαγγελματικού επαγγελματικής επαγγελματικού
αιτιατική επαγγελματικό επαγγελματική επαγγελματικό
κλητική επαγγελματικέ επαγγελματική επαγγελματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επαγγελματικοί επαγγελματικές επαγγελματικά
γενική επαγγελματικών επαγγελματικών επαγγελματικών
αιτιατική επαγγελματικούς επαγγελματικές επαγγελματικά
κλητική επαγγελματικοί επαγγελματικές επαγγελματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επαγγελματικός < επαγγελματίας + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επαγγελματικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με ένα επάγγελμα ή αυτόν που το ασκεί, τον επαγγελματία
    δίπλωμα επαγγελματικής οδήγησης
    έχω στις 10 ένα επαγγελματικό ραντεβού
  2. (ειδικότερα) (για εργαλείο) που είναι αρκετά δυνατός, ανθεκτικός ή παραγωγικός και χρησιμοποιείται κυρίως από επαγγελματίες
     αντώνυμα: οικιακός
  3. που γίνεται με γνώση του αντικειμένου και υπευθυνότητα
    το φινίρισμα στο έπιπλο αυτό δείχνει επαγγελματική δουλειά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία