Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λογιστής οι λογιστές
      γενική του λογιστή των λογιστών
    αιτιατική τον λογιστή τους λογιστές
     κλητική λογιστή λογιστές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογιστής < αρχαία ελληνική λογιστής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογιστής αρσενικό, λογίστρια θηλυκό

  • αυτός που ασχολείται με τα λογιστικά, την διαχείριση, τον έλεγχο, την απεικόνιση και την καταγραφή των πόρων (οικονομικών ή άλλων) μιας μονάδας ή ομάδας ή/και μεγαλύτερων κοινωνικών συνόλων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογιστής < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογιστής αρσενικό

  1. ο δάσκαλος της αριθμητικής
  2. κάποιος που σκέπτεται λογικά
  3. (συνήθως στον πληθυντικό) αιρετός ελεγκτής στην Αθήνα που έλεγχε τους λογαριασμούς του δημοσίου