Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ocupație (ro) θηλυκό

  1. απασχόληση
  2. ενασχόληση
  3. επάγγελμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία