Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φυσική επιλογή < → δείτε τις λέξεις φυσικός και επιλογή

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /fi.si.ˈci ɛ.pi.lɔ.ˈʝi/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

φυσική επιλογή θηλυκό

  • η διαδικασία εξέλιξης των ειδών μέσω της οποίας οι οργανισμοί που είναι καλύτερα προσαρμοσμένοι στο περιβάλλον αφήνουν περισσότερους απογόνους από εκείνους που είναι λιγότερο προσαρμοσμένοι. Η θεωρία της φυσικής επιλογής διατυπώθηκε επίσημα το 1858, από τον Κάρολο Δαρβίνο και τον Alfred Russel Wallace, που πραγματοποιούσαν εκείνη την περίοδο ανεξάρτητες μεταξύ τους έρευνες

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία