Δείτε επίσης: παρῳχημένος
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παρωχημένος η παρωχημένη το παρωχημένο
      γενική του παρωχημένου της παρωχημένης του παρωχημένου
    αιτιατική τον παρωχημένο την παρωχημένη το παρωχημένο
     κλητική παρωχημένε παρωχημένη παρωχημένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παρωχημένοι οι παρωχημένες τα παρωχημένα
      γενική των παρωχημένων των παρωχημένων των παρωχημένων
    αιτιατική τους παρωχημένους τις παρωχημένες τα παρωχημένα
     κλητική παρωχημένοι παρωχημένες παρωχημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
παρωχημένος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρῳχημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παροίχομαι. Για τη σημασία στη γραμματική, (ελληνιστική κοινή)

παρωχημένος, -η, -ο

  1. ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα
  2. που δε χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα
    παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας
     συνώνυμα: ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
  3. ((γραμματική), για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία