Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

obsolete (en)

  1. (για λέξεις, εξοπλισμό κλπ) απαρχαιωμένος, παρωχημένος
  2. (βιολογία) ατελώς ανεπτυγμένος