Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ξεπερασμένος ξεπερασμένη ξεπερασμένο
γενική ξεπερασμένου ξεπερασμένης ξεπερασμένου
αιτιατική ξεπερασμένο ξεπερασμένη ξεπερασμένο
κλητική ξεπερασμένε ξεπερασμένη ξεπερασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεπερασμένοι ξεπερασμένες ξεπερασμένα
γενική ξεπερασμένων ξεπερασμένων ξεπερασμένων
αιτιατική ξεπερασμένους ξεπερασμένες ξεπερασμένα
κλητική ξεπερασμένοι ξεπερασμένες ξεπερασμένα

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεπερασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεπερνώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

ξεπερασμένος, -η, -ο

  1. ο παρωχημένος ή αυτός που πρόσφατα έμεινε πίσω, καθώς τον ξεπέρασαν οι εξελίξεις
    • ξεπερασμένος νόμος, ξεπερασμένη γλώσσα, τακτική, στρατηγική, ιδεολογία
  2. το άτομο που έχει μείνει πίσω στον τομέα του (π.χ. τέχνη)
    • Ρίντλεϊ Σκοτ: Προφήτης ή ξεπερασμένος;
    • Ο Κώστας ό,τι είχε να δώσει στην επιχείρηση το έδωσε, είναι πια ξεπερασμένος
  3. δείτε τη λέξη: ξεπερνώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία