Δείτε επίσης: Συντροφία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συντροφία θηλυκό

  1. (παρωχημένο) (ιστορία) συντεχνία τεχνιτών
  2. (καθαρεύουσα) συντροφιά