Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συντεχνία συντεχνίες
γενική συντεχνίας συντεχνιών
αιτιατική συντεχνία συντεχνίες
κλητική συντεχνία συντεχνίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συντεχνία < ελληνιστική κοινή συντεχνία < αρχαία ελληνική σύντεχνος < σύν + τέχνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συντεχνία θηλυκό

  1. ένωση επαγγελματιών, που κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα αποσκοπούσε στην προάσπιση των δικαιωμάτων των μελών της
  2. (κατ’ επέκταση) (καταχρηστικά) οποιαδήποτε ένωση και οργάνωση επαγγελματιών
  3. (μειωτικά) ένωση και οργάνωση επαγγελματιών που υποστηρίζει και προωθεί τα δικά της συμφέροντα σε βάρος άλλων ή του κοινωνικού συνόλου

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία