Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένωση ενώσεις
γενική ένωσης
& ενώσεως
ενώσεων
αιτιατική ένωση ενώσεις
κλητική ένωση ενώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ένωση < αρχαία ελληνική ἕνωσις < ἑνόω / ἑνῶ < εἷς < πρωτοελληνική *hens < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sḗm / *smih₂ < *séms < *sem- (ένας, μαζί)
{σημασία: σύμπραξη) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική union
(χημεία) < (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Verbindung)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.nɔ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ένωση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία