Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

εἷς, μία, ἕν

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  • δωρικός τύπος: ᾖς / ἧς
  • (επικός τύπος): ἕεις
  • (ιωνικός τύπος) μίη, ἴα
  • (αιολικός τύπος) ἴα[1]

ΚλίσηΕπεξεργασία

εἷς - μία - ἕν (1)
Ενικός
Αρσενικό Θηλυκό Ουδέτερο
Ονομαστική εἷς μία ἕν
Γενική ἑνὸς μιᾶς ἑνὸς
Δοτική ἑνὶ μιᾷ ἑνὶ
Αιτιατική ἕνα μίαν ἕν

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Νέον ορθογραφικόν ερμηνευτικόν λεξικόν, Δημήτριος Δημητράκος, Αθήνα 1970, σελ. 484