Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σύμπραξη οι συμπράξεις
      γενική της σύμπραξης
συμπράξεως*
των συμπράξεων
    αιτιατική τη σύμπραξη τις συμπράξεις
     κλητική σύμπραξη συμπράξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμπραξη < ελληνιστική κοινή σύμπραξις / συμπραξία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμπραξη θηλυκό

  1. η συνεργασία, η κοινή ενέργεια για την επίτευξη ενός κοινού έργου
    η σύμπραξη επιχειρήσεων με σκοπό τον επηρεασμό των τιμών προσαυξητικά προς όφελος των συμμετεχουσών επιχειρήσεων εις βάρος των καταναλωτών απαγορεύεται από την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ, η οποία έχει ως στόχο την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς
  2. παράταξη ανθρώπων και ένωσή τους υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, θρησκευτικές πεποιθήσεις ή σκοπούς
  3. πολιτική παράταξη, το κόμμα, η συνιστώσα (η οποία ανήκει σε ευρύτερο σχήμα)
  4. ο συνασπισμός κομμάτων (στον οποίο ανήκουν επιμέρους συνιστώσες) - Προσοχή: να μη συγχέεται με τον προηγούμενο ορισμό λόγω ομοιότητας
  5. η συμμαχία, το εννιαίο μέτωπο, το μπλοκ
    σύμπραξη των ολοκληρωτικών καθεστώτων κατά των δημοκρατικών

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία