Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνιστώσα οι συνιστώσες
      γενική της συνιστώσας των συνιστωσών
    αιτιατική τη συνιστώσα τις συνιστώσες
     κλητική συνιστώσα συνιστώσες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνιστώσα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνιστώσα θηλυκό

  • (φυσική) δύναμη (ή άλλο διανυσματικό μέγεθος) που επηρεάζει την κατάσταση ενός σώματος. Η συνισταμένη αναλύεται σε συνιστώσες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία