↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανατροφή οι ανατροφές
      γενική της ανατροφής των ανατροφών
    αιτιατική την ανατροφή τις ανατροφές
     κλητική ανατροφή ανατροφές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία

ανατροφή < (ελληνιστική κοινή) ἀνατροφή

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ανατροφή θηλυκό

  1. η διατροφή, η υλική και συναισθηματική φροντίδα, και κυρίως η διαπαιδαγώγηση που παρέχεται σε ένα παιδί από εκείνον που έχει την ευθύνη του
    Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ἥν είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ἥν ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. (Αλ. Παπαδιαμάντης, "Η Γυφτοπούλα")
    Κακότροπο παιδί! Χωρίς ανατροφή!) (δηλ. χωρίς καλή ανατροφή)
  2. (σπάνια) η διατροφή

  Μεταφράσεις

επεξεργασία