Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

ανατρέφω < ανά + τρέφω

  ΡήμαEdit

ανατρέφω

  1. φροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του
  2. διαπαιδαγωγώ

  ΜεταφράσειςEdit