Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρέχω < αρχαία ελληνική παρέχω < παρά + ἔχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρέχω (παθητική φωνή: παρέχομαι)

  • δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ
    Το Λουξεμβούργο είχε ήδη συμφωνήσει να παράσχει πληροφορίες για τις συμφωνίες του με ξένες εταιρείες στις κυβερνήσεις των χωρών που θα τις ζητούσαν, όμως απέρριπτε το αίτημα των υπηρεσιών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή δεν είναι φορολογικές αρχές. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρέχω < παρά + ἔχω

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρέχω

  1. έχω κοντά μου, έχω έτοιμο
  2. παρέχω, δίνω, προμηθεύω, χορηγώ, εφοδιάζω
  3. χαρίζω
  4. γεννώ, προξενώ
  5. παρουσιάζω, εμφανίζω
  6. επιτρέπω, δίνω τη δυνατότητα, το δικαίωμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία