Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εφοδιάζω < αρχαία ελληνική ἐφοδιάζω < ἐφόδιον < ἐπί + ὁδός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.fɔ.ði.ˈa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

εφοδιάζω (παθητική φωνή: εφοδιάζομαι)

  1. δίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά)
  2. δίνω σε κάποιον κάποιο απαραίτητο έγγραφο
  3. εξοπλίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία