Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας supply
γ΄ ενικό ενεστώτα supplies
αόριστος supplied
παθητική μετοχή supplied
ενεργητική μετοχή supplying

supply (en)

  • παρέχω, τροφοδοτώ
    the photovoltaic installation supplies the needs of our house with electrical energy
    η φωτοβολταϊκή εγκατάσταση τροφοδοτεί με ηλεκτρική ενέργεια τις ανάγκες του σπιτιού μας