Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προμήθεια οι προμήθειες
      γενική της προμήθειας των προμηθειών
    αιτιατική την προμήθεια τις προμήθειες
     κλητική προμήθεια προμήθειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προμήθεια < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προμήθεια θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποιά προμηθεύομαι κάτι
  2. (στον πληθυντικό) τα αγαθά που προμηθεύομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία