Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

provision (en)

  1. αγαθό ή εφόδιο για μελλοντική χρήση, απόθεμα
  2. εφοδιασμός
  3. πρόβλεψη, ρήτρα (πχ σε ένα έγγραφο, συμβόλαιο)
  4. (λογιστική) η πρόβλεψη (για μελλοντική οικονομική υποχρέωση)