Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προμηθεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος προμηθεύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προμηθεύομαι

  • αγοράζω αγαθά (συνήθως σε αρκετά μεγάλη ποσότητα ώσε να μου επαρκέσουν για μια σχετικά μεγάλη περίοδο)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία