ενεστώτας equip
γ΄ ενικό ενεστώτα equips
αόριστος equipped
παθητική μετοχή equipped
ενεργητική μετοχή equipping

  Ετυμολογία

επεξεργασία
equip < γαλλική équiper < παλαιά γαλλική esquiper

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ɪˈkwɪp/
 

equip (en)

  1. εξοπλίζω, εφοδιάζω
  2. παρέχω