Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρουσιάζω < ελληνιστική κοινή παρουσιάζω < αρχαία ελληνική παρουσία < πάρειμι < παρά + εἰμί ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική présenter)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pa.ɾu.si.ˈa.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρουσιάζω (παθητική φωνή: παρουσιάζομαι)

  1. δείχνω, φανερώνω κάτι
    ο υπουργός παρουσίασε στο κοινοβούλιο το νέο νομοσχέδιο
  2. κάνω φανερή την παρουσία κάποιου πράγματος ή ιδιότητας
    το χρηματιστήριο παρουσίασε άνοδο
  3. προβάλλω κάποια ιδιότητα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα
    πολύ εύκολα μας τα παρουσιάζεις τα πράγματα
  4. συστήνω κάποιον
    ο νέος παρουσίασε στους συγγενείς τη μέλλουσα γυναίκα του
  5. ανεβάζω παράσταση
  6. (τηλεόραση -ραδιόφωνο) είμαι ο παρουσιαστής, ο εκφωνητής ή ο συντονιστής μιας εκπομπής

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • παρουσιάστε!: στρατιωτικό παράγγελμα για την απόδοση τιμών από ένοπλο άγημα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία