Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παρουσιάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος παρουσιάζω, αρχαία ελληνική παρουσιάζομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

παρουσιάζομαι

  • προσέρχομαι σε δικαστήριο, στο στρατό ή αλλού, επειδή είμαι υποχρεωμένος να αναλάβω συγκεκριμένα καθήκοντα
Το έμαθες; Ο Νίκος παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως ένορκος.
Σήμερα παρουσιάστηκαν οι Καρυάτιδες στο Μουσείο της Ακρόπολης.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

εμφανίζομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία