Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεβάζω < (καθαρεύουσα) ἀνεβάζω < μεσαιωνική ελληνική ἀνεβάζω < ελληνιστική κοινή ἀναβάζω υπό την επίδραση του ἀναβαίνω (ανεβαίνω εγώ) και του ἀναβιβάζω (ανεβάζω κάτι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανεβάζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • το παθητικό ανεβάζομαι είναι προφορικό και αδόκιμο για ανθρώπους (ή και κανονικά για όλα τα έμψυχα), αλλά γίνεται χρήση για άψυχα π.χ. για έπιπλα που ανεβάζονται στον πρώτο όροφο, για βαλίτσες που ανεβάστηκαν στο πλοίο-αεροπλάνο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία