Δείτε επίσης: ἐνισχύω

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ενισχύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνισχύω < ἐν + ἰσχύω < ἰσχύς

ενισχύω, αόρ.: ενίσχυσα, παθ.φωνή: ενισχύομαι, π.αόρ.: ενισχύθηκα, μτχ.π.π.: ενισχυμένος

  1. κάνω κάτι πιο ισχυρό, πιο ανθεκτικό
     συνώνυμα: ισχυροποιώ, ενδυναμώνω
     αντώνυμα: εξασθενίζω, αποδυναμώνω
  2. (κατ’ επέκταση) μεγαλώνω, αυξάνω
  3. (μεταφορικά) βοηθώ, στηρίζω

Συνώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία