Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναβίβαση < (καθαρεύουσα) ἀναβίβασις < μεσαιωνική ελληνική ἀναβίβασις < ελληνιστική κοινή ἀναβιβασμός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναβίβαση θηλυκό

  • η αναβίβαση του τόνου
  • η αναβίβαση τη; Ισαβέλας στο θρόνο της Ισπανίας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία