Δείτε επίσης: μοῖρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μοίρα οι μοίρες
      γενική της μοίρας των μοιρών
    αιτιατική τη μοίρα τις μοίρες
     κλητική μοίρα μοίρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοίρα < αρχαία ελληνική μοῖρα < μείρομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)mer- (μοιράζω, παραχωρώ, αναθέτω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈmi.ɾa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μοίρα θηλυκό

  1. το μερίδιο, το μερτικό
    ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους
    δεν έχει στον ήλιο μοίρα
  2. το πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό
    κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει η μοίρα
    όπου φτωχός κι η μοίρα του
  3. (στρατιωτικός όρος) μονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας
    δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας
  4. (ανατομία) τμήμα της σπονδυλικής στήλης
    θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα
  5. (γεωμετρία) μονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °)
    η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες
  6. (μυθολογία) μία από τις τρείς θυγατέρες της Θέμιδος των θεσμών και του Διός/συμπαντικού νού < ΄΄Ησίοδου Θεογονία΄΄

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κλαίω τη μοίρα μου
  • λέω τη μοίρα: προλέγω το μέλλον
  • όπου φτωχός κι μοίρα του
  • σε δεύτερη μοίρα: παραγκωνισμένο, υποβιβασμένο, υποδεέστερης σημασίας
    ※  Όμως η εποχή ήταν τέτοια που και το θάνατο της μάνας σου τον έβαζες σε δεύτερη μοίρα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία