Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μοιρογνωμόνιο τα μοιρογνωμόνια
      γενική του μοιρογνωμόνιου των μοιρογνωμόνιων
    αιτιατική το μοιρογνωμόνιο τα μοιρογνωμόνια
     κλητική μοιρογνωμόνιο μοιρογνωμόνια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοιρογνωμόνιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μοιρογνωμόνιον (δείκτης σε διόπτρα) < αρχαία ελληνική μοῖρα + γνώμων

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μοιρογνωμόνιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία