Δείτε επίσης: ἄμοιρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άμοιρος άμοιρη άμοιρο
γενική άμοιρου άμοιρης άμοιρου
αιτιατική άμοιρο άμοιρη άμοιρο
κλητική άμοιρε άμοιρη άμοιρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμοιροι άμοιρες άμοιρα
γενική άμοιρων άμοιρων άμοιρων
αιτιατική άμοιρους άμοιρες άμοιρα
κλητική άμοιροι άμοιρες άμοιρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άμοιρος < αρχαία ελληνική ἄμοιρος < στερ. α- + μοῖρα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άμοιρος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καλή μοίρα
     συνώνυμα: άτυχος, δυστυχής, δύστυχος κακόμοιρος, κακότυχος
  2. που δεν συμμετέχει σε κάτι, δεν έχει πάρει μέρος
     συνώνυμα: αμέτοχος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία