Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διακομιστής οι διακομιστές
      γενική του διακομιστή των διακομιστών
    αιτιατική τον διακομιστή τους διακομιστές
     κλητική διακομιστή διακομιστές
όπως «νικητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. διακομιστής < ελληνιστική κοινή διακομιστής < αρχαία ελληνική διακομίζω < διά + κομίζω
  2. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική server
  3. (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική carrier

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διακομιστής αρσενικό

  1. αυτός που διακομίζει
  2. (πληροφορική) (νεολογισμός) εξυπηρετητής, σέρβερ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τις λέξεις διακομίζω, διά και κομίζω

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία