Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συστήνω < από το συστήσω, υποτακτική του αορίστου του αρχαίου ρήματος συνιστῶ

  Ρήμα 1Επεξεργασία

συστήνω (και συσταίνω), πρτ.: σύστηνα, στ.μέλλ.: θα συστήσω, αόρ.: σύστησα, παθ.φωνή: συστήνομαι, μτχ.π.π.: συστημένος

  1. συνιστώ, προτείνω, υποδείχνω κάτι ως καλό
    Συνώνυμα: συμβουλεύω, ξαγορεύω
  2. παρουσιάζω κάποιον σε κάποιον άλλον για πρώτη φορά, κάνω τις συστάσεις, γνωρίζω
    -Να σας συστήσω τον κύριο Τάδε. -Χαίρω πολύ
  3. ιδρύω
    Συνώνυμα: συσταίνω, συγκροτώ, συμπηγνύω, καθιδρύω, ενιδρύω
    πληροφορώ γραπτά ή προφορικά για το χαρακτήρα κάποιου
    Συνώνυμα: επισημαίνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • τα ρήματα συστήνω και συνιστώ, ενώ δεν συμπίπτουν απολύτως σημασιολογικά, στην καθημερινή ομιλία πολλές φορές συγχέονται μεταξύ τους. Ο αόριστός τους στην οριστική (σύστησα = έκανα τις συστάσεις - συνέστησα αλλά και σύστησα = πρότεινα), την υποτακτική (να συστήσω) και οι περιφραστικοί χρόνοι (έχω συστήσει) που ταυτίζονται δημιουργούν τη σύγχυση.
  • Στην παθητική φωνή (συστήνομαι) οι σημασίες ιδρύω και προτείνω/γνωρίζω διαφοροποιούνται στην κλίση του αορίστου (συστάθηκα και συστήθηκα)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία