Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκροτώ < αρχαία ελληνική συγκροτέω, -ῶ < σύν + κροτέω < κρότος

  ΡήμαΕπεξεργασία

συγκροτώ


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία