Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

form (en)

  1. μορφή
  2. φόρμα, σχήμα
  3. φόρμα, έντυπο με κενά προς συμπλήρωση
  4. το τυπικό που ακολουθείται, πχ σε μια ιεροτελεστία
  5. ο τύπος σε αντίθεση με την ουσία

  ΡήμαΕπεξεργασία

form (en)