Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συστατικός συστατική συστατικό
γενική συστατικού συστατικής συστατικού
αιτιατική συστατικό συστατική συστατικό
κλητική συστατικέ συστατική συστατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συστατικοί συστατικές συστατικά
γενική συστατικών συστατικών συστατικών
αιτιατική συστατικούς συστατικές συστατικά
κλητική συστατικοί συστατικές συστατικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συστατικός < αρχαία ελληνική συστατικός < συνίστημι < σύν + ἵστημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stísteh₂- < *steh₂- (ἵστημι)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συστατικός συστατική, συστατικό

  1. για κάτι που αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου συνόλου
    το διάγραμμα δείχνει τα συστατικά στοιχεία ενός υπολογιστή
  2. που αναφέρει το χαρακτήρα ή τις επαγγελματικές ή άλλες ικανότητες ενός υποψηφίου για μια θέση (εργασίας, σε πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών, κλπ)
    το πανεπιστήμιο απαιτεί τρεις συστατικές επιστολές μαζί με την αίτησή σας
  3. (ουσιαστικοποιημένο) συστατικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία